Ο Θανάσης Τσίρος γεννήθηκε στο Νησί της Ηλείας το 1958.
Τελείωσε το εξατάξιο Γυμνάσιο στην Βάρδα Ηλείας και στη συνέχεια σπούδασε φιλολογία στο
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Σήμερα ζει και εργάζεται ως φιλόλογος στη Θεσσαλονίκη.
Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο ΣΤΟ ΦΩΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ και έχει δημοσιεύσει ποιήματα
σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Το 2003 κέρδισε τον Α΄ έπαινο στον 3ο παγκόσμιο διαγωνισμό
ποίησης του Griechicher Kunst und Literatur Verein Bayern 2000 e.V. Εκτός από ποιήματα του
αρέσει να γράφει και τραγούδια. Το 1989 είχε κερδίσει το Γ βραβείο στο Φεστιβάλ τραγουδιού
της Θεσσαλονίκης με το τραγούδι ΠΑΜΕ ΜΑΖΙ που είχε ερμηνεύσει ο Δημήτρης Νικολούδης.
ΤΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Ι
Σμιλεύω την τραχιά πέτρα
Με το σφυρί του Έρωτα
Κι όλα τα σχήματα του πόνου
Αρμόζουν την έκφρασή τους στα μάτια μου.
ΙΙ
Γύμνωσα την επιθυμία ως τη σιωπή
Κι η αγωνία
Πήρε τη λάμψη της χαράς
Πως θα ‘χεις γίνει
Έπειτ’ από της άνοιξης τη θλίψη
Έρωτας του καλοκαιριού
Σώμα γλυκό του πόνου.
ΘΥΣΙΑ
Σαν το νερό θα πιω απ΄ τα χείλη σου τον πόνο
Σαν το κρασί την άγια σου καρδιά
Ικέτης με τα ρούχα μου σκισμένα
Στη στράτα του βοριά θ΄ ανηφορίσω
Στο άδεια σου βωμό και θύτης
Τη σκοτεινή μου μοίρα θα προσφέρω
Να εξαγνιστεί η ζωή μου και το θαύμα
Να λειτουργήσει πάλι μες στη νύχτα
Σαν την αρχέγονη φωτιά.
ΣΤΗΝ ΚΑΜΑΡΑ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ
Μιλούσαν τα νερά.
Τρεμόπαιζαν τα φύλλα
Γνώριμοι άνεμοι σφυρίζαν στα κοχύλια
Κι η σκέψη μου πρασίνιζε όπως οι γύρω λόφοι.
Έμπαινα κι έβγαινα σ΄ αυτόν τον κόσμο
Με μια ευκολία εύλογη
Όπως ο γέρος κηπουρός στον κήπο της αυλής του
Όπως η πρώτη άνοιξη στην κάμαρα της κόρης
Χέρια τρεμάμενα, μαλλιά λυμένα
Με δόρυ κατακόκκινο η άνοιξη στην κάμαρα της κόρης.
Και τα σεντόνια σύννεφα κι άγγελοι μεθυσμένοι.
Μηλιά που πάλλεται, πλαγιά που θάλλει
Πηγή που δείχνει την πληγή της
Έμπαινα κι έβγαινα σ΄ αυτόν τον κόσμο
Με μια ευκολία εύλογη χωρίς κανένα κρίμα
Όπως ο πρώτος άνθρωπος στο φως του παραδείσου.
ΒΡΟΧΗ
Έκανα να μιλήσω ενάντια στη σιωπή
Κι ο κεραυνός έσκασε δίπλα μου σαν ρόδι
Πήρε το σώμα μου ο ουρανός σιμά του
Κι όλη τη μέρα έβρεχε αγάλματα στην πόλη.
ΣΙΩΠΗ
Τα κυπαρίσσια δεν μιλάνε
Κι ας έχουν τις ρίζες τους
Βυθισμένες
Στα κόκαλα σοφών ανθρώπων.
ΓΝΩΣΗ
Αν κατέχω τα ένστικτα της θάλασσας
Είναι γιατί κολύμπησα
Ώρες πολλές
Γυμνός
Μέσα στην αγκαλιά της.
ΑΓΝΟΙΑ
Μήπως ο κυνηγός γνωρίζει
Πόσα ταξίδια κάναν τα πουλιά
Πάνω από θάλασσες βουνά και δάση
Για να ‘ρθουν να πεθάνουνε
Μες στην αυλή του;
ΟΥΤΟΠΙΑ
Απέραντο φθινόπωρο
Στον εθνικό μας κήπο
Κίτρινα φύλλα πέφτουμε
Απ΄ τα κλαδιά των ποιημάτων
Και σαπίζουν
Κάτω απ΄ τις μπότες των περαστικών
Συνταξιούχα οράματα στα άρρωστα παγκάκια
Διαβάζουνε στην τελευταία σελίδα
τα αγγελτήρια του θανάτου τους.
Κάτι ερωτευμένα χελιδόνια
Κάτι αποδημητικά φιλιά
Κάτι γαλάζιες σκέψεις
Σαλπάρανε με του Νοτιά το τρεχαντήρι
Για τα ξένα
Και μόνο
Μια άνοιξη γυμνόστηθη
Στης ουτοπίας τ’ ακρογιάλι περιμένει
Τόσους αιώνες τώρα
Τον Οδυσσέα που ξεχάστηκε
Στην αγκαλιά της Κίρκης.
ΔΙΚΑΙΩΣΗ
Εμείς αφήνουμε τις λέξεις
Να πετάνε
Σαν τρυφερά πρωτόπειρα σπουργίτια
Στο φως της άνοιξης που λάμπει
Ή σαν μαστίγια μαύρα
Που χαράζουν
Βαθιά σημάδια στο χοντρό πετσί της ιστορίας.