Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1976 όπου και έζησα τα παιδικά και εφηβικά χρόνια κατά τα οποία πειραματισμοί και καλλιτεχνικά ερεθίσματα δημιούργησαν
βάση για περαιτέρω εξέλιξη. Το 1994 έφυγα στη Γαλλία για σπουδές. Απόκτησα πτυχίο και μεταπτυχιακό στη Διοίκηση Επιχειρήσεων - Μάρκετινγκ και Διεθνές
Εμπόριο και δούλεψα κάποια χρόνια Αγγλία και Γαλλία ως Υπεύθυνη Project Ε-Business. Η επίδραση της ευρωπαϊκής κουλτούρας, η ανταλλαγή και η
πολυπολιτισμική επικοινωνία πρόσθεσαν στην ελευθερία και στον τρόπο έκφρασης του ποιητικού λόγου. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, εργάστηκα ως στέλεχος
Μάρκετινγκ και Τεχνολογίας. Αναγνωρίζοντας ξανά τόπους και εικόνες, ξεχύθηκαν λέξεις και αισθήσεις που έπρεπε να καταγραφούν.
Με ιδιαίτερα καλές εντυπώσεις προβλήθηκαν ποιήματα καταρχήν στο Internet (http://logotexnia.net, www.e-missos.gr, www.asprilexi.gr)
και στη συνέχεια ακολούθησε μια πρώτη έντυπη συμμετοχή στη συλλογή Ερωτικός Μάιος 2005.
Στο άμεσα επόμενα σχέδια είναι η έκδοση της πρώτης έντυπης ποιητικής συλλογής.
Σήμερα εργάζομαι και κάνω διδακτορικό στο Μάρκετινγκ & Νέες Τεχνολογίες στη Θεσσαλονίκη.
Ταξιδιώτης
Ψιλή Βροχή κεντά τις θήλες του κορμιού σου
όπως ονειρεύεται ο κένταυρος μια ώρα της αυγής
ολοκληρώματα της σκέψης, ερεθίσματα επαφής,
λίγο, λίγο αγκιστρώνομαι στα μικρά σου δακτυλάκια,
γλύφω νοσταλγικά τις κρυμμένες των αστραγάλων σου σκιερές γωνίες
ανακαλύπτω σημεία που ορίζουν την αρχή στις λωρίδες του ψυχής σου
Οδεύω απροκάλυπτα στα μήκη και πλάτη της αλήθειας της γης...
Απόφυση
Μη.
Δεν την αντέχω τη σιωπή.
Τα πλατάνια χρόνια τώρα φλυαρούν και λέγουν.
Μου μιλούν για τα ροζιασμένα, από το αγκάλιασμά, χέρια μου.
Για τις ηλιαχτίδες πως οι παλάμες τους τρίβονται.
Κι ένα πιότερο μου μιλά για τις σιωπές.
Γι αυτές που άκουσε στον ίσκιο του.
Για τα χυμένα δάκτυλα τους.
Μη.
Δεν την αντέχω τη σιωπή.
Θα περάσω αιώνες να κείτομαι στην αγκαλιά τους.
Το πέρασμα μου μικρό.
Δεν την αντέχω τη σιωπή.
Μου μιλούν ασταμάτητα για τις μέρες εκείνες του γιούνη
Για τους κόκκους που σπιθίζουν στα μάτια τους.
Για τις νύχτες της βροχής.
Για τη ρίγανη που μυρωδά στη μέση του καλοκαιριού,
φλύαρη κι εκείνη όταν γιορτάζει.
Μη.
Δεν την αντέχω τη σιωπή.
Γλυκά θα μ’αγκαλιάσει σαν πεθάνω.
Άχρωμα, άοσμα κι αντέρωτα θα χύνουμαι στα κόκκινα τα χώματα.
Δεν την αντέχω τη σιωπή.
Χείμαρροι οι σπινθιροβόλες στάλες της πηγής επάνω στις καυτές πέτρες,
ένα δευτερόλεπτο πριν γίνουν αόρατο σύννεφο, σταγονίδια ατμού.
Οι ξεραμένοι κάμποι.
Οι μαυρισμένοι λόφοι τραγουδούν τον πόνο,
για τις σιωπές που δεν θα πούνε πια.
Μη.
Δεν την αντέχω την σιωπή.
Είναι η ζωή πολύ μικρή.
Κι αγαπώ τόσο τις ζεστές κρυστάλλινες νύχτες του αυγούστου στην κοιλιά σου.
Θυμάσαι; Ήταν άνοιξη.
Aνθογόνο
Παλεύει το γαλάζιο με το χρώμα πορφυρό.
Ηλιολούλουδο,
σαν σφαίρα,
σαν βροχή.
Εκχυλίσματα κίτρινου υγρού που σιρροπίνω με ευχαρίστηση.
Amsterdam II
Σκίζονται μία μία οι λωρίδες της σάρκας που σέρνεται στο
πεζοδρόμιο.
Ανέμελα αόριστη, σαν κινούμενη σχεδία ή σαν καράβι
πειρατών, ξέμειναν στους αιώνες.
Αργά κινώ τα μέλη μου, μαζί κινούνται κι οι λέξεις.
Amsterdam, η πόλη-καράβι που συγκινεί στα σημεία της
τον όχλο. Αυτόν που αγαπάς ν’ανήκεις με αποστροφή.
Αντικατοπτρίζεσαι.Αναθυμιάσεις της μυρωδιάς των
κορμιών που φυτρώνουν στο χώμα.
Ολισθαίνεις. Σου κρατώ το χέρι. Για να δεις.
Για να κατέβεις απύθμενα τα σκαλοπάτια της στοιχιωμένης σου πάλης,
του αδηφάγου σκοτεινού σου πόθου,
του θανάτου που οδηγεί στη διαπίστωση της ζωής.
Ανιχνεύεις τον έρωτα στο κορμί μου. Το κορμί σου.
Το πόθο. Το όνειρο. Την ηδονή.
Κυλά σε μορφή υγρού ανάμεσα στα σκέλια.
Την ανάγκη του να είσαι
Του να μην είσαι.
Στο μαύρο καταράκτη,
στο υπνωτισμένο δωμάτιο,
στις ώρες που περνάς μπροστά στον καθρέφτη,
κάτω απ΄το καυτό νερό, στο μπάνιο,
στο βράδυ πριν κοιμηθείς
στο κρεβάτι όπου σμιλέγω αργά της εικόνες σου,
στη λύπη των εγκαινίων σου.
σε ότι αποτολμάς να αγαπάς και να μισείς.