ELLINEM (εκ του Eminem)
==καψόνι σε μορφή άκρως σατιρικού ποιήματος-στίχων.==
Και γιατί δεν έβρεχε δηλαδή; φαίνεται
ήταν η μέρα του παγωμένου αέρα
Στα πεζοδρόμια ολογραφήματα ιδεών
αφήνουν τα χνάρια τους
Περπατώντας μεθυσμένα
Και μία σκύλα τρέχει αδέσποτη,
καπηλειά-κλαμπ ανοίγουν ένα-ένα,
Κάτω στον υπόγειο σιδηρόδρομο
Σεκιούριτι κι επίπεδα
Για ασήμαντους επιβάτες-υπαλλήλους
Χρηματιστηρίων και γραφείων δικηγορικών,
Επίδοξους επιβήτορες
Κάποιας σικάτης
Τριανταπεντάχρονης Αθηναίας
Υπεύθυνης ροής προγράμματος
Στο κάθε Μέγκα και Αντέννα.
Με τον σκοπό αγιάζουν τα μέσα,
σπρώχνουν, σπρώχνονται
πιέζουν την μοίρα τους
Όπως χώνουν ντόνατς στα στόματά τους
Με λίγο μαμωνά μπουκώνονται
Στο κούτελο φρόντισε να χαράξει
ένα bar code χρίσμα και λίγο πιο κάτω
Ο λαιμός θερμαινόμενος -
Δόξα στο κασκόλ-κρεμάλα
Το ζιβάγκο ξορκισμένο
Ας πάει στο διάολο το αναθεματισμένο…
Άσε τώρα τις εφημερίδες, μυρίζει σουβλάκι, κάπου κοντά
Μία φωτιά καίει, κάπου μακριά η φωτιά καίει πιο πολύ,
Εδώ ψήνεται μπιφτέκι, εκεί σάρκα ανθρώπινη,
Γλεντώντας η μία φωτιά κοροϊδεύει την άλλη
«Θα σού’ρθω κι εσένα» λέει τριζοβολώντας
Με τις χολιγουντιανές αφίσες,
άλλοι κάτοικοι ίδια πόλη,
εδώ ανάσες μέντας και Halls κεράσι,
εκατό άνθρωποι σε ένα λεωφορείο οικολογικό
αυτό με τον αρακά γύρω-γύρω,
ο βήχας δεν κρύβεται, ακούγεται
γκούχου γκούχου,
το αίμα βράζει,
Φλεβοκομβική ψήφο-σχιζοφρένεια
«έλεγχος εισιτηρίων»
Ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του
Το παιδί με τα χαρτομάντιλα την κάνει.
Θα πάνε σινεμά θα δούνε τους αγγέλους του άθεου Τσάρλι
ή ξωτικά ή κάποιον να ξεγελάει τις σφαίρες
σε καθίσματα χωμένοι πάλι.
Κάτι ανεμικές γκόμενες θα φορέσουν ρούχα μαύρα κολλητά,
Έξω η pierced εναλλακτική κοιλιά
λίγο πιο μέσα όμως οι σάλπιγγες
προετοιμάζονται, φωνάζουν, υποβόλιμα ρωτούν,
«Ε μαμμόθρεφτο, δουλειά έχεις, αμάξι έχεις, πλούσιο μπαμπά έχεις;»
Στα στήθη τους φωλιάζει μια συντηρητική σκρόφα ενώ
Νεαρά αρσενικά
με την ορμή να στροβιλίζεται
στο αποψιλωμένο εφηβαίο
Ταχτοποιούν τον καβάλο
Περιμένοντας στο Φλοκαφέ στη Φωκίωνος Νέγρη
Το ραντεβού ενός γρήγορου,
Ψάχνουν τις τσέπες για φράγκα,
Ή για σκοτεινά πάρκα…
Θα είναι τυχεροί απόψε,
Τους τόπε η χαρτορίχτρα του μηδέν ενενήντα
Που εμπιστεύεται η μαμά
Και η γεροντοκόρη θειά..
Οι μαμάδες θα σιδερώνουν σπίτι,
«μακάρι η κόρη να κάνει καλύτερη επιλογή,
Ο γιος να μην φέρει καμιά ξεβράκωτη…»
«Έκανε ο σκύλος πιπί;»
«Στην λεκάνη έβαλα παπί;»
Νέοι γαμπροί θα έρθουν, στη «Λάμψη» της ζωής Φώσκολου,
το Free τιμώμενο στον καναπέ,
το Κλικ στο χρονοντούλαπο,
βοήθησαν κι αυτά,
άγιε Κωστόπουλε έκανες το θαύμα σου!
Γέμισε ο τόπος από τους κλώνους σου!
«άλλοι μας γκάστρωσαν κι σ’ άλλους έμοιασαν»
Με τους πενηντάρηδες επίσημους μπαμπάδες
ληξιαρχικών πράξεων,
να χαζεύουν διαφημίσεις ταξιδιών και πολυτελών αμαξιών
στο μετρό, τελειώνει η μέρα,
κάποιος ας τους μεταφέρει από το σπίτι
στη δουλειά αυτόματα, και πάλι πίσω αόρατα!
Τι κοιλιές είναι αυτές! Πόσοι οβελίες άραγε χτίσαν αυτό το λίπος,
Τα Πάσχα που γιόρτασε η Ελλάδα του μετα-εμφυλίου;
Τα δικά τους τα παιδιά ή σπουδάζουν στα Λονδίνα
Ή καταπίνουν ήδη τα αγχολυτικά δέκα δέκα…
Κάτσε λίγο, να σε κεράσω κάτι, έλα λίγο,
Δεν έχω μικρόφωνο, ούτε πράσινη κάρτα, έλα να ξεράσουμε μαζί.
Έχω χαρτομάντιλα Μάνεξ στη δεξιά κωλότσεπη
Και μία ασφάλεια ζωής για κατουρημένες ποδιές
Στο στόμα μου, φίλα με φίλε, εδώ η καλή η γεύση
Που φέρνει σύγκρυο, αν υποκριθείς
Μοιάζει με μηλοχυμό.
Και σε γλυτώνει μια και καλή
Από τον ρομαντισμό.
Χοροστάσιο βυθισμένο στη γωνία,
Δεν μπορώ, βλέπω και το Ρεξ πιο πέρα,
Τις μαυρισμένες τσίχλες, σουρεαλιστικό ντεκορασιόν,
Αυτοεξηγούνται τόσα στα πατημένα κορμάκια
Μασημένου αραβικού κόμμι. Άραγε τους έχει απομείνει καθόλου
Ζάχαρη μέσα;
Έτσι υπογράφουν οι καθημερινοί αστέρες
Εδώ πέρα, στο L.A.
(θες και επεξήγηση, Lost Athenians εννοώ)
Γιατί να τελειώνει έτσι η ιστορία;
Και γιατί δηλαδή να μη βρέχει;
Καλύτερα, καλύτερα… ποιος μαζεύει τις κιλότες και τις κάλτσες
Τέτοια ώρα.
«Αγαλματάκια ακούνητα»
Βάλε τους το ξυπνητήρι στις επτά
Και θα δεις πόσο
Ακούνητα είναι,
Συγνώμη αλλά πρέπει να σ’ αφήσω
Έχω ένα παπαγάλο να φροντίσω,
Κουτσουλιές να καθαρίσω,
Αυτόν τουλάχιστον δεν θα μου τον πάρει η χώρα
Να μου τον ντύσει στα χακί,
Να μου τον στείλει κομματάκια
Όταν θα κρίνουν οι αμερικανοί
Ότι ήρθε η ώρα.
Να αλλάξει χέρια
Το προτεκτοράτο της βαλκανικής
Που δωδεκαθεϊζει άδικα τώρα
Μούσα φύγε με τρέλανες απόψε,
Τα πα σχεδόν όλα, τώρα τον πούλο
Άντε μην αγριέψω και γίνουμε Παρατράγουδα
Μην πάω στο Αλτερ και αποτριχώσω με το έτσι θέλω
Τα χέρια του Ευαγγελάτου
Που στοιχειώνουν τα ερτζιανά
Με αναμνήσεις από τη Νιόβης
Και το πόδι μιας άτυχης κόρης
Που μπ ήκε ασπίδα σε μια χειροβομβίδα
Και σώθηκε ένας Εφιάλτης ακόμη!
A Doting Poetess
I can feel my noetical virility trapped in
the strophic womb of my mistress,
the one who likes paper cuts,
the cuts that dehypnotize my hand from writing
more thoughts.
Drained,
I watch her texture
absorb the frisky shapes of my
linguistic sperm.
Filled,
she rests exposing
my writing to ready and unready souls.
I’m nothing but a monthly bleeding
witness to her unexpected sharpness,
always ridiculously surprised by
the aggressive way she makes me stop.
Discouraged by her invincible thinness,
I answer to her unspoken invitation,
unable to defy my throbbing devotion,
behaving like a male when my pen
erected points at her unwritten whiteness.
She, eclipsed by the shadow of my ideal identity,
stoically tolerates my intellectual ejaculations, because
nothing can surmount her predisposition towards infertility
and contraceptive efforts.
I, chained to my visions,
shall pin my faith on lesbian commas,
while I gulp the space between straight words,
daring to dote on
her justified inability to bring into
a male world
our androgynous scions.
Ready and Foreign
A word more than a word
is the mind
a feeling more than a feeling
is the heart
I’ve learned that
and I know time is a promise
when I count the rainbows I’ve seen
and life is the song of a cricket
missing from the nights of Winter
but not from, never from,
my memory
in seeking life in death
and love in agony
in seeking frail faith in potent nothingness
and addictive hope in excitant solitude.
At a nostalgic moment
when foreign thoughts
make the sudden questions
assigning different paths
I wait solemnly, like a stone
ready to fool Goliath.
A hymn to spirituality
A moment is like a leaf
following the seasons.
I refuse to let it fall, I’m a tree
that belongs to its leaves.
I prefer their ripe colours
so I stop time when they lose green
because time belongs to my growth rings
that depend on my roots and the earth,
which belongs to the sun’s mystique.
And the wind imprints a meaning
on autumn, a season before
everything turns in, but the meaning
rots silently because it cannot sleep,
so I avoid being a hibernating tree.
I want to host the rustling ochre as I
watch my shadow’s parasitical gyration, I want
to listen ceaselessly to the short breath of now,
I want to hear my spirit laughing
from the highest zone of cosmic dreams,
This laughter makes the snowflakes
that cloak my soporific mortality
and it’s better than the promises of early spring
and just about as beautiful
as festive green.
For every truth descending
from the azure coldness
there is a myth ascending
the sphere of knowledge.
copyright 2003 Nicoletta A. Poulakida
|