|
Γυμνή γκέισα -«Θα γίνω δική σας αν βρείτε, Τι είναι τα πράγματα χωρίς τις μορφές τους». Δειπνώ με μια γυμνή γκέισα, Σ’ ένα πολυτελές εστιατόριο Η απρόσιτη γυναίκα χαμογελά Και κτυπά δυνατά κλαπ-κλαπ τις παλάμες της Τρομαγμένες πετούν οι μορφές των πραγμάτων Και φεύγουν απ’ τ’ ανοικτά παράθυρα τσιρίζοντας Για μια στιγμή αποκαλύπτεται το σώμα του φωτός Επιστρέφοντας όμως κατά σμήνη Προσκολλώνται και πάλι στα πράγματα. Την συνοδεύω σπίτι της Φορά το σακκάκι, το καπέλο μου Απ’ τα ωραία δάκτυλα των ποδιών της Δέκα χρυσές ακτίνες Φωτίζουν τον χιονισμένο δρόμο. Πουλιά της Ποίησης Ανοίγω το στόμα κι αντί φωνής Βγαίνει τζιτζίκισμα… Εμβρόντητος αντιλαμβάνομαι Ότι τα πάντα έχουν ειπωθεί Ότι η πρώτη ύλη του κόσμου –η γλώσσα Είναι νεκρή. Είμαστε όλοι οι ποιητές φοβισμένοι Κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο Κι αφουγκραζόμαστε τους τριγμούς του κόσμου. Ανοίγει τότε μια πόρτα Και παρουσιάζεται ένα ολόγυμνο κορίτσι Έχει για στήθη δυο περιστέρια που γουργουρίζουν -«Είμαι η Ποίηση», δηλώνει «Σάς φέρνω τις καινούριες λέξεις» Και φρρ..! απ’ το αιδοίο της Σμήνη πουλιών ελευθερώνει. |