George Yiarelis



Γεννήθηκα στο Αίγιο το 1963. Από πολύ νωρίς λάτρεψα το γράψιμο και την μουσική. Κατάφερα να ασχοληθώ και με τα δύο...η αλήθεια είναι λίγο 
περισσότερο με την μουσική! Παίζω drums σε μιά Rhythm n’ Blues μπάντα! Νιώθω να βιώνω την ζωή σαν ένα ατελείωτο ταξίδι χωρίς προορισμό! 
Ταξιδευτής και Παρατηρητής! 
 

«Θλιμμένοι Ουρανοί!»

Θλιμμένοι ουρανοί!
Του πόνου και της λήθης
μηνύματα του κόσμου
που φέρουν στους θεούς
πέρα από’κεί που αγγίζει ο λογισμός
κι όσα προφταίνει ο ήλιος 
που στέκει απόμερα φτωχός
και τόσο ταπεινός!

Θλιμμένοι ουρανοί!
Τ’ απόσταγμα του φόβου
και την αποστροφή του πόνου
που φέρουν στους θεούς
παντού φωτιά και θάνατος
σαν αποζαλισμένες,
σέρνουντε γύρω οι ψυχές
ωχρές και ατιμασμένες!

Θλιμμένοι ουρανοί!
Τα ρόδα και τα αρώματα
τούτου εδώ του κήπου
θα φέρουν στους θεούς
σα δώρα, καλοπιάσματα
δειλών ψυχών, που πάντα
και μέσα από τη ασχήμια τους
ουράνια ψέλνουν άσματα!

Θλιμμένοι ουρανοί!
Πολλών θεών περάσματα
με σήμαντρα αθόρυβα
ν’ αφήνουν τόσο πόνο
παλεύουν με τ’ασήμαντα
κι αχνίζουν μέσ’ το χρόνο
στο κάλεσμά τους, κάλεσμα
θανάτου και του φόβου!


«...επιστρέφω!»

. . . επιστρέφω, βήμα-βήμα, πνοή τη πνοή!
Σέρνω τα βήματά μου στον αλλόκοτο ρυθμό και πάλι δεν το νοιώθω! 
Το παλεύω να ξαναγεννηθώ!
Μα φοβάμαι...φοβάμαι να αναπνεύσω!
Πνίγομαι...είμαι δέσμιος...αγωνίζομαι!
Γλυστρώ πάλι πίσω! 
Ησυχία στον απόηχο της προσπάθειας! 
Ανάσα απ’τις κορφές των βουνών αντηχεί στα πέρατα του νου!
Στριμώχνομαι στη ζεστασιά της μήτρας!
Άρνηση!
Συνείδηση!
Αδυναμία!
Φόβος! 
Τόλμη!
. . . επιστρέφω βήμα-βήμα, πνοή τη πνοή! 


«...όλα είναι χθες!»

Έπαψα να δακρύζω!
Έπαψα να χαμογελώ!
Πορεύομαι ανάμεσα στις πνοές, κενός και η μοναξιά μου, σύννεφο γκρίζο, βαρύ!
Θα φέρει τη βροχή και ίσως τον Χειμώνα!
Θα κρύψει τον άρρωστο ήλιο και τα αστέρια που είναι τόσο μακρινά!
Έπαψα να δακρύζω...μα φοβάμαι!
Οι στιγμές μου, δίχτυ μεταξένιο, ανύμπορες να μοιάζουν με παγίδες! 
Σκορπίζονται γύρω μου και απομένουν, αιωρούμενες, να λαμπυρίζουν αχνά στο ελάχιστο φως!
Όλα είναι χθες, τίποτα δεν ζει! Μικρές ασήμαντες λάμψεις παραμένουν σκοτάδι βαθύ και παγερό!
Στα γκρίζα μου σύννεφα απομένω να ερμηνεύω τον ερχομό τους! Με μυούν στο ερυθρό της ζωής και στο μαύρο του θανάτου!
Αγγίζω των ανθρώπων τις πληγές και βιώνω το κρύο αίμα!  Μορφάζω στο πόνο τους! 
Έπαψα να χαμογελώ!
Σε τούτον τον ερειπιώνα, ακέριος στέκει άβυσσος! Χάσκει στις ψυχές και στα χαλάσματα έρπουν σκιές, άδειες, τρομαχτικές!
Πνιγερός αέρας, καυτός κι ακατανόητος σκονίζει τα μνήματα! Ακατοίκητα! Λησμονημένα!
Σιωπή! Εγκατάλειψη!

Παρατηρώ το αύριο! 
Ξύπνημα στην αχλή του παγωμένου πρωϊνού! 
Άχρωμο! Ψυχωτικό!



«...λήθαργος!»

Ακροπατούν στις διάφανες ισσοροπίες των ψυχών που υποφέρουν!
Κυοφορούν τη σήψη! Ασθένεια βαρύτατη!
Στο μισόφως, με ματιές προσαρμοσμένες στο σκοτάδι!
Σκιές! Μετάλλαξη! Αγωνία!
Ανθεκτικά περιτώμματα, ρύποι των ψυχών!
Σακκιασμένα κουφάρια νεύρων και σάρκας μεταφέρουν μηνύματα!
Ξηρασία! 

Συνειδήσεις οπιούχες, εθισμένες στα φώτα και στα κεφαλαία γράμματα! 
Όλα σε μια ματιά...γρήγορα...ακατανόητα...περιττά!
Μιά λέξη, μιά σκέψη! 
Λήθαργος!

Οι ψίθυροι ασθμένουν στα βάθη των λησμονημένων πηγαδιών! Αδύναμες, κουρασμένες ανάσες...επιθανάτιος ρόγχος! Λυτρωτικός! 

Ακάθαρτος περιφέρομαι, αποστασιοποιημένος, τέκνο του μισοσκόταδου και της μετάλλαξης!
Τόπος υποχθόνιος, άβατος, μυστήριος!
Ιερός!

Σήμερα θ’ακούσω τη φωνή του θεού!
Βήμα που οδηγεί στη τελειότητα! Μια στιγμή! Μια ζωή!
Στον τόπο της ανάπαυσης θα τραφώ το γάλα της γνώσης, το λόγο τον κοφτερό!   
Θα αποτινάξω τη γύμνια μου και θα νοιαστώ! 
Θ’ακούσω τη φωνή του θεού από τα βάθη των πηγαδιών!
Δεν θα αποκοιμηθώ...δεν θα ονειρευτώ!    

Λήθαργος λυτρωτικός! 
Λήθαργος ιερός!