Ο Χρήστος Μιχαήλ γεννήθηκε το 1986, σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και κατοικεί μόνιμα 
στο νησί της Σαλαμίνας. Ένας δίχρονος ξενιτεμός στην Λεμεσό της Κύπρου τον έφερε αντιμέτωπο με το 
χαρτί και το μολύβι σε μια προσπάθεια να ελευθερώσει όσα οι αιθεροβασίες του αρνούνταν να 
εκφράσουν μέσα από τον προφορικό λόγο και τη στάση ζωής. Είναι περισσότερο ένας άπειρος 
πειραματιστής παρά «ποιητής». Ποίηση γι’ αυτόν είναι «ένα σεντόνι που το φορά καθείς να 
ερμηνεύσει τ’ άστρα του» καθώς έχει την ιδιότητα σαν λόγου τέχνη να προσαρμόζεται σε πληθώρα 
περιστάσεων και να δίνει λύσεις, να προσφέρει καταφύγιο και παρηγοριά σε κάθε είδους 
προβληματισμό, κάθε είδους αδιέξοδο.
Ασχολείται με τη λογοτεχνία και την ποίηση κάποια χρόνια και διαβάζει με ενδιαφέρον τον 
Γιώργο Σεφέρη, τον Νίκο Καββαδία, τον Κ. Π. Καβάφη, τον Νίκο Γκάτσο, την Μαρία Λαϊνά 
(σε πεζά και ποίηση) και άλλους πολλούς γνωστούς και αγνώστους του είδους.
Μεγάλη του επιθυμία ήταν να γνωρίσει τον λογοτέχνη και ανθρωπιστή Αντώνη Σαμαράκη, η 
οποία βέβαια δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ καθώς έφυγε από τη ζωή λίγες μόνο εβδομάδες 
πριν ο πρώτος επισκεφθεί το κοινοβούλιο ως έφηβος βουλευτής εκπροσωπώντας τη Λεμεσό της Κύπρου.
Ασχολείται επίσης με τη μουσική και τη στιχουργική.

 

Αγκαλιά με τον καρπό μιας άλλης γης

Ξεγλιστράει το φως από ψηλά 
και χύνεται να σου χτυπήσει το παράθυρο 
να σου χαρίσει το άρωμά του 
και το ημίγλυκο κρασί μιας ανεμώνης 
μιλώντας σπαστά 
τα γήινα τετράστιχα που του ‘χαν μάθει δυο γνωστοί. 
Περνάς στα χείλη το γυαλί 
και το πνεύμα στο αίμα ποτάμι. 
Πνίγεσαι φυσώντας τα κεριά σου. 
Σκυμμένος πάνω απ’ όσα όρισε το λάθος 
και αγκαλιά με τον καρπό μιας άλλης γης 
πασχίζεις στην ανάσα 
εισπνέοντας απ’ τη δική του 
την κάμποση χαρά που ζεις. 

Το άλλο πρωί 
σα να μην έπεσε τ’ αστέρι 
σα να μην σκέπασε η ομίχλη τα βουνά της 
η ιστορία σ’ αγνοεί 
κι ο μύθος περιπλέκει το εγώ σου σαν κλωστή. 
Κι όλα γυρίζουν.


Την μοναξιά προσέφερε η θάλασσα

Η θάλασσα τον τύλιξε σαν ερωτιάρα κόρη 
και του’ δωσε αρμυρό νερό τη μνήμη να γελάει 
κι εκείνος που καμάρωνε τ’ ανθοφορούντα όρη 
εβούτηξε για μια ζωή και μια ζωή μεθάει. 

Παραπατάει στις δυο γωνιές, στην τρίτη πιάνει πάτο 
τα γόνατα λυγίζουνε και η ματιά θολώνει 
κι αχολογά σαν τον παλιό και μουσκεμένο γάτο 
πετώντας τις κατάρες του σ’ αυτό που τον παγώνει. 

Μα τι να γίνει, δε λυγά η λεβεντομάνα λεύκα 
να πέσει πάνω στον γιαλό, να τρεξει να προφτάσει 
κι έτσι εκείνος σιωπηλά μοιρολογάει τα πεύκα 
που κάποτε προσκύναγε και κολυμπάει στα δάση... 

...που τα’ χουν χτίσει πράσινα και ρημαγμένα φύκια 
κι αφήνει δάκρυα γλυκά ως ήταν μαθημένος 
και ξεψυχάει ανύμπορος φορώντας σκουλαρίκια 
που του’ χε τάξει ένας θεός αλαργινός και ξένος. 

Με τα ματόκλαδα κλειστά, με την ψυχή στο στόμα 
και από πάνω τους θεούς να ζαχαρώνουν τ’ άστρα 
να ξεμυτίσει μπόρεσε στα κύματα τα άσπρα 
για ν’ αναπνέυσει λίγο φως για να φωνάξει λόγια: 

“Κι ας πέθανε του γυρισμού το άλογο το μαύρο 
κι ας βρόντηξε τα χέρια του ο γιος του κάτω κόσμου, 
τα λέπια που μου δόθηκαν δεν είναι για το βιος μου 
μήτε μπορεί ένα πουλί ν’ αλυσοδέσει ταύρο. 

Φτερά του ήλιου, τ’ ουρανού θε να’ βρω και να φύγω 
γιατί μες στα θολά νερά με σκέβρωσε τ’ αλάτι 
μάνα εσύ που δεν γυρνάς πότε στον γιο την πλάτη 
στείλε μια μάγισσα ευχή να μ’ αγκαλιάσει λίγο” 

Κι έτσι στα βράχια πιάστηκε, κει δίπλα στο λιμάνι 
παραφυλώντας μ’ ανοιχτά τα μάτια και λαχτάρα 
ένα σινιάλο κόκκινο να μοιάζει με κατάρα 
από έναν άνεμο μικρό, τρελό και πεχλιβάνη. 

Ένα πουλί σαν άγγελος του γνέφει και ζυγώνει 
σκύβει στο κύμα και με μιας τα πόδια του δροσίζει 
μοιάζει με γλάρο μα φτερά πιο μυτερά απλώνει 
στο στόμα μια φωνή βραχνή κι η γλώσσα του τσακίζει. 

“Εσύ που αξιώθηκες πεύκα ψηλά και όρη 
ποτάμια να δροσίζουνε γλυκά τον πυρετό σου 
αρνήθηκες τις ευωδιές σκαλίζοντας στην πλώρη 
των καραβιών μιαν άγκυρα ψηλά στο μέτωπό σου. 

Τώρα που θες σαν άρρωστος κει πίσω να γυρίσεις 
μάθε πως όλα άλλαξαν, ο ήλιος σα λέων βρυχάται 
οι εκκλησιές θα τραβηχτούν σα θες να προσκυνήσεις 
μήτε το σπίτι που’ χτισες μια νύχτα σε θυμάται” 

Μονάχος ξέμεινε, φτωχός κι από παντού κλεισμένος 
στης ερημιάς την αγκαλιά και στου πελάου τη δύση 
κι η θάλασσα που μια νυχτιά πόθησε μεθυσμένος 
για πάντα τα παράθυρα ερμητικά έχει κλείσει.


Πτώση

Ένα σημάδι πιάνοντας του ουρανού τον ήλιο 
και σβήνοντας απότομα τη σκέψη και τα λάθη 
μια βόλτα βγήκα ψάχνοντας της λησμονιάς το μήλο 
και βρέθηκα μονάχος μου να σε κοιτώ στα βάθη. 

Κοχλάζει τώρα το νερό μα τη φωτιά του σβήνει 
κι όλων των πικρών καημών το σπίρτο το ζεσταίνει 
σαν τότε που κολύμπαγες μπροστά μου ως το δείλι 
και γέλαγες κι ανάσαινες. Τη νύχτα όπως υφαίνει... 

...μονάκριβό σου πάπλωμα χρυσό και μεταξένιο 
τώρα χτυπάς, πριν έδιωξες το μάγο με τα μύρα.. 
Δεν σ’ άρεσε το λάφυρο και σου’ μοιασε για ξένο 
μα τώρα κλαις και δε μιλάς που σε σκοτώνει η μοίρα. 

Ψάξε με κάπου και θα δεις τόσα να σε φωτίζουν 
μη φοβηθείς κα μη κρυφτείς σαν σε τυφλώσει τ’ άστρο. 
Το ρίγος και ο φόβος σου γλυκά σε νανουρίζουν 
κι ομολογείς στον άγγελο πως έπεσε το κάστρο.